accumbo

accumbo
accumbo, cubui, 3, recline, sit down, Mk. 2:15; L. 7:37.

English-Latin new dictionary. 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • infix — infixion /in fik sheuhn/, n. v. /in fiks , in fiks /; n. /in fiks /, v.t. 1. to fix, fasten, or drive in: He infixed the fatal spear. 2. to implant: to infix a habit. 3. to instill (a fact, idea, etc.) in the mind or memory; impress. 4. Gram. to… …   Universalium

  • ακουμβίζω — ἀκουμβίζω ή ἀκκουμβίζω και ἀκουμπίζω (Μ) (Ν ακουμπίζω) 1. κατακλίνομαι, ξαπλώνω στο ακούβιτο για να γευματίσω, «κάθομαι στο τραπέζι» 2. ακουμπώ* νεοελλ. αποθέτω. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. προέρχεται είτε από το λατ. accumbo «κατακλίνομαι» και την κατάλ. ίζω …   Dictionary of Greek

  • ακουμπώ — ( άω) και ακουμπίζω 1. κλίνω το σώμα μου και στηρίζομαι κάπου ή απλώς στηρίζομαι 2. ξαπλώνω 3. κάθομαι για να ξεκουραστώ ή να ανακουφιστώ 4. επαφίεμαι, βασίζομαι, στηρίζομαι σε κάποιον 5. τοποθετώ, αποθέτω κάτι κάπου 6. αγγίζω, ψαύω 7. (για… …   Dictionary of Greek

  • ԲԱԶՄԻՄ — (մեցայ.) NBH 1 418 Chronological Sequence: Unknown date ձ. ἁνάκειμαι, συνανάκειμαι, ἁναπίπτω , ἁνακλίνομαι, κατακλίνομαι accumbo, recumbo, discumbo Նստել պատուով իմն ʼի մէջ բազմութեան, կամ ընդ այլս ʼի սեղան. հանգչել. զետեղիլ. նստիլ. ... *Եւ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • infix — verb (t) /ɪnˈfɪks/ (say in fiks) 1. to fix, fasten, or drive in: he infixed the fatal spear. 2. to implant: the habits they infixed. 3. to fix in the mind or memory, as a fact or idea; impress. 4. Grammar to add as an infix. –verb (i) /ɪnˈfɪks/… …  

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”